Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

10-Vol.2

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα που ζούσαν σε δύο νησιά που τα χώριζε μια θάλασσα, μια μεγάλη λωρίδα ξηράς και μια θάλασσα ακόμα..

Δεν ήξεραν τίποτε άλλο από τους κατοίκους του νησιού, τους συγγενείς και τους φίλους/φίλες που συναναστρέφονταν. Προσπαθούσαν με πολύ μεγάλο κόπο να δούνε κάτι πέρα από τη θάλασσα.. Κάθονταν με τις ώρες στο λιμάνι όταν είχε καθαρό ουρανό και ακόνιζαν τα μάτια τους να βρουν κάτι παραπάνω από τον τόπο τους.. Μάταια όμως.. Δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο θάλασσα..

Μια μέρα έγινε ένας τρομερός σεισμός που μετακίνησε τις πλάκες τόσο δραματικά που η λωρίδα της ξηράς έσπασε και τα κύματα φέρανε τα δύο νησιά ακριβώς στη σχισμή που δημιούργησε ο σεισμός στη λωρίδα.. Ήρθαν στη μέση…Με τα δύο λιμάνια τους να ενώνονται..

 
Ούτε εκείνη, ούτε αυτός μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.. Δεν ήξεραν την γλώσσα, τα πρόσωπα τους είχαν άλλο σχήμα, άλλο χρώμα, άλλα χαρακτηριστικά.. Ανόμοιοι...Εντελώς. Ήρθαν από έναν διαφορετικό κόσμο και «έπρεπε» να συνυπάρξουν..

 
Μετά από κάποιο καιρό, οι συγγενείς και οι φίλοι τους, όσοι επέζησαν από αυτόν τον σεισμό, αποφάσισαν να φύγουν.. Να χτίσουν τα σπίτια τους στον τόπο που ήξεραν.. Θέλανε να γυρίσουν πίσω εκεί που μάθανε να ζούνε.. Δεν τους ενδιέφερε που ο σεισμός τους πήγε το νησί τους αλλού. Πίστευαν πως ανήκουν στο νησί που ζούσανε τόσα χρόνια οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους.. Και τραβήξανε για να χτίσουνε τις πολιτείες στο ίδιο σημείο από όπου τις έχασαν.. Ήταν τέτοια η θέληση τους που αν είχανε τη δύναμη θα σέρνανε το νησί τους για να βρεθεί στο ίδιο σημείο πριν το σεισμό..

 
Έστεκαν όρθιοι στο λιμάνι για να αποχαιρετήσουν τους δικούς τους ανθρώπους, ο καθένας από τη δική του πλευρά.. Για έναν περίεργο, ίσως και ανεξήγητο λόγο, δεν ένιωθαν μοναξιά.. Δεν εκλιπαρούσαν να τους πάρουν μαζί τους, άλλωστε εκείνοι το διάλεξαν να μείνουν και να παλέψουν..



Στην ζωή δεν είναι όπως τα ήξερες, είναι όπως τα βρήκες…ή όπως σου έρχονται..



Καθώς τα πλοία ξεμάκραιναν από τη ματιά τους, ήρθε ο ένας κοντά στον άλλον.. Αγγιχθήκανε.. Δεν χρειάστηκε να πούνε τίποτα.. Το μόνο που τελικά «έπρεπε» να συμβεί για να συνυπάρξουν ήταν ένα άγγιγμα, χωρίς λόγια, χωρίς ανάσες, χωρίς γνώριμες, οικείες ματιές..



Ένα άγγιγμα για να ενωθούν…Όπως τους ένωσε και η ίδια η ζωή..


Καληνύχτα…