Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

11-Vol.2

Πόνεσαν τα πόδια μου από το περπάτημα.. Παλιότερα ήμουν συνηθισμένος, τώρα είμαι κουρασμένος.. Μάλλον το τσιγάρο θα φταίει..

Για αυτό ας φτιάξω ένα…Κάθισα σε ένα από αυτά τα ωραία, καθαρά παγκάκια με θέα τη θάλασσα.. Δεν υπάρχει καλύτερη ξεκούραση για τα μάτια σου από τη θέα της θάλασσας.. Με τον ήχο της να σου γαληνεύει την ακοή..

Απλώνω τον καπνό στο χαρτάκι, βάζω και το φίλτρο.. Ψιλό-χάλια το τύλιγμα αλλά δε βαριέσαι.. Σε αποζημιώνουν άλλα πράγματα τώρα.. Αναπτήρας? Τώρα τη κάτσαμε.. Τον έχασα.. Θα μου έπεσε μάλλον καθώς περπατούσα.. Και δε βλέπω και κανέναν περαστικό να του κάνω τράκα τη φωτιά..

Κουράστηκε ο αυχένας μου να γυρνώ κάθε λίγο κ λιγάκι το κεφάλι μου μπας και πετύχω έστω και έναν άνθρωπο.. Είδες πως τα φέρνει η τύχη ρε παιδί μου.. Τόσες ώρες περπάταγα και είδα ένα κάρο κόσμο που μου ήταν και εντελώς αδιάφορος και τώρα που ζητάω έναν χριστιανό να μου δώσει μια φλόγα για να ανάψω το τσιγάρο δεν υπάρχει ψυχή ζώσα..

Ας αφιερωθώ λοιπόν στη θέαση..

Τα σύννεφα έχουν κατέβει και θαρρείς πως θα αγγίξουν τη θάλασσα.. Και το μυαλό παίζει περίεργες εικόνες.. Από μικρός το είχα αυτό.. Κοιτούσα τα σύννεφα και σχημάτιζα εικόνες με το μυαλό μου.. Πότε το έβλεπα ως αρκούδα, πότε ως τίγρη, πότε ως ψάρι, πότε ως γυναίκα, ως γοργόνα…. Δε πάω καλά…Θέλω τσιγάρο…

Και επειδή δεν έχω φωτιά θα το παίξω Λίνο Βεντούρα στη «Συμμορία των Σικελών»..Όλη η ταινία με το τσιγάρο στο στόμα, χωρίς να το έχει ανάψει, απλά έτσι να έχει τη γεύση στα χείλη του…

Η γυναίκα αρχίζει να σχηματίζεται καθαρότερα στο σινεμά μου.. Μελαγχολικά μάτια, μακριά μαλλιά να σγουραίνουν ελαφρώς, χείλη που δεν αναγνωρίζεις αν γελάνε ή αν σε ειρωνεύονται ή αν αδιαφορούν ή αν αγαπούν.. Κορμί χυτό με τους ώμους να κάνουν μια λεπτή ελλειπτική τροχιά μέχρι τη γραμμή του στήθους και το στέρνο να γέρνει προς τα πίσω καθώς αναπνέει.. Τα χείλη να ανοιγοκλείνουν και εσύ να νομίζεις πως ακούς βήματα απαλά στην άμμο.. Να ανασαίνει και να νιώθεις τον αέρα που σε δροσίζει όταν σε χτυπά ο ήλιος.. Να βλέπεις τα χέρια να κινούνται, να σε τυλίγουν και να νιώθεις τη ζεστασιά της κουβέρτας που κάποιος σου βάζει όταν κρυώνεις..

Το τσιγάρο έχει κολλήσει στο κάτω χείλος και κοιτώ σαν χαμένος, ώσπου βλέπω μια κίτρινη γραμμή στο κέντρο της εικόνας…



Από όλους τους ανθρώπους που είδα και αδιαφορούσα, από όλους αυτούς που περίμενα για να πάρω μια σπίθα για να καπνίσω, ύστερα από όλο αυτό το περπάτημα, βρήκα εσένα.. βρήκα τη φλόγα σου..

Γυναίκα..





Κ α τ ε ρ ι ν α  

Νίκος Πορτοκάλογλου - Ο Ταχυδρόμος

10-Vol.2

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα που ζούσαν σε δύο νησιά που τα χώριζε μια θάλασσα, μια μεγάλη λωρίδα ξηράς και μια θάλασσα ακόμα..

Δεν ήξεραν τίποτε άλλο από τους κατοίκους του νησιού, τους συγγενείς και τους φίλους/φίλες που συναναστρέφονταν. Προσπαθούσαν με πολύ μεγάλο κόπο να δούνε κάτι πέρα από τη θάλασσα.. Κάθονταν με τις ώρες στο λιμάνι όταν είχε καθαρό ουρανό και ακόνιζαν τα μάτια τους να βρουν κάτι παραπάνω από τον τόπο τους.. Μάταια όμως.. Δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο θάλασσα..

Μια μέρα έγινε ένας τρομερός σεισμός που μετακίνησε τις πλάκες τόσο δραματικά που η λωρίδα της ξηράς έσπασε και τα κύματα φέρανε τα δύο νησιά ακριβώς στη σχισμή που δημιούργησε ο σεισμός στη λωρίδα.. Ήρθαν στη μέση…Με τα δύο λιμάνια τους να ενώνονται..

 
Ούτε εκείνη, ούτε αυτός μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.. Δεν ήξεραν την γλώσσα, τα πρόσωπα τους είχαν άλλο σχήμα, άλλο χρώμα, άλλα χαρακτηριστικά.. Ανόμοιοι...Εντελώς. Ήρθαν από έναν διαφορετικό κόσμο και «έπρεπε» να συνυπάρξουν..

 
Μετά από κάποιο καιρό, οι συγγενείς και οι φίλοι τους, όσοι επέζησαν από αυτόν τον σεισμό, αποφάσισαν να φύγουν.. Να χτίσουν τα σπίτια τους στον τόπο που ήξεραν.. Θέλανε να γυρίσουν πίσω εκεί που μάθανε να ζούνε.. Δεν τους ενδιέφερε που ο σεισμός τους πήγε το νησί τους αλλού. Πίστευαν πως ανήκουν στο νησί που ζούσανε τόσα χρόνια οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους.. Και τραβήξανε για να χτίσουνε τις πολιτείες στο ίδιο σημείο από όπου τις έχασαν.. Ήταν τέτοια η θέληση τους που αν είχανε τη δύναμη θα σέρνανε το νησί τους για να βρεθεί στο ίδιο σημείο πριν το σεισμό..

 
Έστεκαν όρθιοι στο λιμάνι για να αποχαιρετήσουν τους δικούς τους ανθρώπους, ο καθένας από τη δική του πλευρά.. Για έναν περίεργο, ίσως και ανεξήγητο λόγο, δεν ένιωθαν μοναξιά.. Δεν εκλιπαρούσαν να τους πάρουν μαζί τους, άλλωστε εκείνοι το διάλεξαν να μείνουν και να παλέψουν..



Στην ζωή δεν είναι όπως τα ήξερες, είναι όπως τα βρήκες…ή όπως σου έρχονται..



Καθώς τα πλοία ξεμάκραιναν από τη ματιά τους, ήρθε ο ένας κοντά στον άλλον.. Αγγιχθήκανε.. Δεν χρειάστηκε να πούνε τίποτα.. Το μόνο που τελικά «έπρεπε» να συμβεί για να συνυπάρξουν ήταν ένα άγγιγμα, χωρίς λόγια, χωρίς ανάσες, χωρίς γνώριμες, οικείες ματιές..



Ένα άγγιγμα για να ενωθούν…Όπως τους ένωσε και η ίδια η ζωή..


Καληνύχτα…